Τρίτη, 30 Ιουλίου 2019

Αντίο

"Φεύγω για να φύγεις. Για να μην δω πως είναι να χάνεις. Σ' ευχαριστώ που μου έμαθες πως σπάω. Να προσέχεις..."
Ήθελε ακόμα πολλά να πει η Μυρτώ, αλλά τα δάκτυλά τις ίσα που πρόλαβαν να γράψουν πριν παραδοθούν. Του έδωσε ένα φιλί στο μέτωπο κι βγήκε από το δωμάτιο. Έτσι σαν κλέφτης εκείνο το πρωί όπως είχε έρθει κι εκείνο το πρώτο βραδύ. Ένα βράδυ από εκείνα που νομίζεις πως δε θα υπάρξει άλλο. Κι όμως τρία χρόνια μετά σχεδόν κάθε βράδυ δίπλα στο Φίλιππο το ίδιο ένιωθε. Μια αβεβαιότητα που την έκανε να θέλει όλο και πιο πολύ να ζήσει δίπλα του κι ας ήταν χωρίς τίτλους, χωρίς δεσμεύσεις, υποσχέσεις. Χωρίς τίποτα. Εκείνος τώρα έφευγε για Αγγλία δίχως να νοιάζεται για εκείνη που έμενε πίσω. Πίσω στη ζωή της, που άλλοτε φάνταζε υπέροχη, μα τώρα της φαινόταν βαρετή χωρίς εκείνον. Δε θα έφευγε από την πατρίδα της. Όλα τα είχε δρομολογημένα εδώ, όμως της έπαιρναν ένα κομμάτι της. Ένα κομμάτι για το οποίο πάσχιζε πολύ καιρό. Περίμενε να ακούσει τρία χρόνια τη λέξη "Σ' αγαπώ" από τα χείλη του μα όταν επιτέλους βρήκε το δρόμο να αποδράσει από την καρδιά του είχε εκεί δίπλα του το απαίσιο "αλλά". Αλλά; Ποτέ δε χωρούσαν στα δικά της συναισθήματα αυτές οι λέξεις που σου κόβουν την καρδιά στα δύο. Στη σχίζουν, στην κατασπαράζουν σαν αλλόκοτα αρπακτικά πουλιά.
 "...αλλά με δέχτηκαν στο πανεπιστήμιο. Επίτιμος διδάκτορας ελληνικής φιλοσοφίας. Δεν είναι τέλειο;"
Όχι ήθελε να φωνάξει. Όχι γαμώτο! Όχι! Η καρδιά της άρχισε να χορεύει σε ξέφρενο ρυθμό, τα πόδια της άρχισαν να βουλιάζουν στη γη, 
"Συγχαρητήρια, αγάπη μου" κατάφερε μόνο να ξεστομίσει κι ύστερα χάθηκε σαν αερικό που ψάχνει διέξοδο. Ντύθηκε κι έφυγε το επόμενο κιόλας πρωί. Δε θα άντεχε να αποχαιρετήσει. Δεν είχε τα κότσια ούτε αντίο να πει. Ένα φιλί ακόμα από μακριά για να χαθεί μέσα σε εκείνον τον αέρα του σπιτιού που μύριζε ακόμα τσιγάρο από την προηγούμενη βραδιά. Εκείνον τον αέρα που την συντρόφευε γλυκά όλες εκείνες τις αβέβαιες νύχτες. Έκλεισε την πόρτα και για πρώτη φορά ο ήχος ήταν τόσο εκκωφαντικός, που σχεδόν πόνεσε τα αυτιά της. Κλείδωσε κι έβαλε τα κλειδιά κάτω απο το χαλάκι. Δε θα τα
ξαναχρειαζόταν. Είχε κλειδώσει για πάντα. Αντίο

Σάββατο, 27 Ιουλίου 2019

ΚΕΝΟ


KENO

Ισορροπώντας στο κενό,
σε ένα σκοινί τρεμάμενο.
Τείχη που γύρω απλώνονται,
λαβύρινθος και στη μέση σεισμός.

Μάσκες! Μάσκες γκρίζες
δίχως εκφράσεις.
Μαριονέτες σκυθρωπές
με καρδιές γεμάτες μελάνι.

Μια χούφτα απομεινάρια
που δε φτάνουν για κανέναν.
Φιλία, αγάπη, ανθρωπιά
λέξεις ξεκρέμαστες.

Σπάει! Σπάει το γυαλί
και η ισορροπία διαλύεται.
Ποια ισορροπία; Γελάς;
Γέλα γιατί χανόμαστε

Πέμπτη, 10 Μαΐου 2018

Χορεύοντας με τις σκιές





Το σπίτι ήταν σκοτεινό. Σκιές φαίνονταν  να περνούν σαν αερικά μέσα στην ατμόσφαιρα Τα δωμάτια φωτίζονταν από τις αστραπές εκείνης της νύχτας. Η Κατερίνα και η Σοφία κοιμόντουσαν στα κρεβάτια τους αμέριμνες, ενώ το κρεβάτι του Κωστή ήταν άδειο. Σαν υπνοβάτης περιφερόταν από δωμάτιο σε δωμάτιο σαν να κυνηγούσε κάτι. Έτρεχε, κατέβαινε τις σκάλες και σκόνταφτε σε διάφορα αντικείμενα. Μια σκιά τον πλησίασε. Η ανάσα του άρχισε να στερεύει. Η σκιά σχεδόν κόλλησε πάνω στο σώμα του και ετοιμάστηκε να τον πνίξει. Ο Κωστής γούρλωσε τα μάτια του και ξύπνησε.
Βρέθηκε  ιδρωμένος στο κρεβάτι του να λαχανιάζει. Άνοιξε  τα φώτα και έριξε  στο πρόσωπό του νερό από το ποτήρι που ήταν στο κομοδίνο. Η Κατερίνα και η Σοφία γιατί ξύπνησαν; Δεν έκανε θόρυβο, ούτε φώναξε. μπήκαν στο δωμάτιο φοβισμένες κρατώντας ένα κηροπήγιο και ένα βάζο. Στη θέα τους ο Κωστής γέλασε για λίγο ξεχνώντας τον απαίσιο εφιάλτη και όταν είδε πως κι εκείνες ήταν τρομαγμένες, τις κοίταξε με απορία. Είχαν φοβηθεί. Από το δωμάτιο του Κωστή ακούγονταν ουρλιακτά, σύρσιμο ποδιών και μετακίνηση αντικειμένων. Υπέθεσαν πως θα υπνοβατούσε και πως είδε κάποιο περίεργο εφιάλτη. Ο Κωστής δεν ήθελε να τις τρομάξει και τις καθησύχασε πως όλα ήταν καλά. Μα δεν ήταν. Το λεπτό που έμεινε μόνος του, τον κυρίευσε πανικός. Ήταν τόσο ανατριχιαστικό όνειρο που νόμιζε πως ήταν πραγματικότητα όλα όσα είχε δει, ακούσει και νιώσει. Η παγωμένη ανάσα της σκιάς δεν μπορούσε να βγει από το μυαλό του. Προσπάθησε να ηρεμήσει, αλλά εκείνο το βράδυ δεν έκλεισε μάτι.
Οι τρεις τους είχαν πρόσφατα μετακομίσει σε εκείνο το σπίτι στα βόρεια προάστια. Το είχε αγοράσει η μητέρα της Κατερίνας για να μπορεί να μένει εκείνη όσο θα σπούδαζε στην Αθήνα. Είχε βρει μάλιστα από την πρώτη μέρα τη Σοφία και τον Κωστή και τους παρακάλεσε να μείνουν μαζί στο σπίτι και να μοιραστούν τα έξοδα, μιας και η ίδια ψιλοφοβόταν να μείνει μόνη της. άλλωστε το σπίτι ήταν μεγάλο και ο καθένας θα είχε από ένα δωμάτιο. Οι μέρες κυλούσαν αρμονικά μέχρι που ο Κωστής άρχισε να φέρεται περίεργα τα βράδια. Τα κορίτσια φοβόντουσαν, αλλά δεν ήξεραν τι να κάνουν. Στην αρχή σκέφτηκαν να τον διώξουν από το σπίτι για να βρουν την ησυχία τους, αλλά κανένα αγόρι από την παρέα της σχολής δεν συμφωνούσε να μείνει μαζί τους. Άλλωστε ο Κωστής ήταν τόσο καλό παιδί. Τις βοηθούσε πάντα σε ό, τι ήθελαν, τις συμβούλευε και τους μαγείρευε. Έτσι η ιδέα αυτή σιγά σιγά έφυγε από το μυαλό τους. Εκείνο το βράδυ όμως τα ουρλιακτά θα γίνονταν ακόμα πιο δυνατά.
Η ταινία που είχαν βάλει στην τηλεόραση ήταν τρομακτική. Φαντάσματα, φόνοι και ένα σωρό άλλα που τα κορίτσια δεν άντεχαν να δουν. Έτσι την έκλεισαν και πήγαν για ύπνο. Μία ώρα μετά από το δωμάτιο του Κωστή ακούστησε ένα σπάσιμο ενός βάζου. Τα κορίτσια ξύπνησαν και πήγαν να δουν τι συνέβαινε. Η πόρτα ήταν κλειδωμένη. Το φως του δωματίου του φαινόταν από την χαράδρα της πόρτας να αναβοσβήνει. Σύρσιμο στο πάτωμα. Κι άλλο βάζο σπασμένο. Τα παραθυρόφυλλα ακούγονταν να χτυπάνε στο άγριο άγγιγμα του αέρα, ο οποίος σφύριζε με ένα παράξενο τρόπο. Προσπάθησαν να δουν από την κλειδαρότρυπα, αλλά ήταν σαν κάποιος να την είχε βουλώσει. Ο Κωστής ούρλιαξε τόσο δυνατά, που οι δύο τους έπεσαν κάτω στο πάτωμα του διαδρόμου. Η Σοφία έτρεξε να καλέσει την αστυνομία, όμως η Κατερίνα την σταμάτησε.
«Αν μάθει η μάνα μου για όλα αυτά θα με πάρει από εδώ. Μην μπλέκεις την αστυνομία» ψιθύρισε με τα χείλη της να χτυπούν νευρικά το ένα με το άλλο.
Η Σοφία άφησε το τηλέφωνο και άρχισε να κλαίει. Η Κατερίνα την πήρε αγκαλιά. Ο Κωστής συνέχισε να ουρλιάζει και τα κορίτσια άρχισαν να χτυπούν την πόρτα δυνατά. Τότε η πόρτα ξεκλείδωσε και μια σιωπή απλώθηκε στο δωμάτιο. Τα κορίτσια κοιτάχτηκαν και με ένα βλέμμα είχαν συνεννοηθεί. Άνοιξαν την πόρτα αργά αργά και είδαν τον Κωστή ξαπλωμένο να κοιτάει το ταβάνι με ανοιχτά τα μάτια.
«Κωστή;» τόλμησε να πει η Κατερίνα.
«Κορίτσια, φοβάμαι. Είδα πάλι αυτόν τον απαίσιο εφιάλτη. Σκιές ήθελαν να με πνίξουν. Με άγγιζαν, με κορόιδευαν» τόλμησε να πει ο Κωστής χωρίς να κουνηθεί από τη θέση του.
«Μας κοροιδεύεις έτσι; είδες ότι φοβηθήκαμε με το θρίλερ και άρχισες τις χαζομάρες;» γκρίνιαξε η Σοφία.
«Όχι, αλήθεια!»
«Ναι, σηκώθηκες, ούρλιαζες μόνος σου, χτυπούσες τα παράθυρα επίτηδες… Ωραία πλάκα! Πάμε, Κατερίνα».
Η Σοφία τράβηξε από το χέρι την Κατερίνα και χάθηκαν στον σκοτεινό διάδρομο. Όμως ο Κωστής δεν είχε πια όρεξη να κοιμηθεί. Μα ούτε πλάκα έκανε. Κάτι περίεργο συνέβαινε. Από τη στιγμή που είχε έρθει σε εκείνο το σπίτι έβλεπε όλο περίεργα όνειρα. κάτι έπρεπε να κάνει.
Το επόμενο πρωί αποφάσισε να μιλήσει στη γειτόνισσά τους, την κυρία Γκάρντνερ, μια αγγλίδα κυρία εξήντα πέντε χρονών που έμενα χρόνια εκεί. Χτύπησε το κουδούνι της και εκείνη τον υποδέχτηκε με δισταγμό. Του πρόσφερε αχνιστό τσάι λεμόνι και του έδωσε τους τετράγωνους κύβους ζάχαρης για να προσθέσει μόνος του.
«Ποιος ήταν ο προηγούμενος ιδιοκτήτης του σπιτιού, κυρία Γκάρντνερ;» είπε αμέσως ο Κωστής που δε μπορούσε να κρατηθεί άλλο.
«Τι σε ενδιαφέρει;» απάντησε και το βλέμμα της σκοτείνιασε.
«Συμβαίνουν παράξενα πράγματα..» ξεκίνησε να λέει και της τα αφηγήθηκε όλα.
Εκείνη με διακριτικό τρόπο τον έδιωξε από το σπίτι. Αυτό κίνησε την περιέργεια του Κωστή. Έτσι, έκανε μια επίσκεψη από το μανάβικο, αλλά για κακή του τύχη είχε ανοίξει πρόσφατα και δεν γνώριζαν τίποτα. Η τελευταία του ελπίδα ήταν η γιαγιά της Νικολέτας. Κάθε φορά που είχαν μάθημα στη σχολή του έλεγε πως η γιαγιά της είναι κουτσομπόλα και ξέρει όλα τα κουτσομπολιά των Βορείων Προαστίων. Ένα τηλέφωνο και σε λίγο λεπτά βρισκόταν μαζί με τη Νικολέτα στο σαλόνι της υπέροχης κυρίας Ρίτας.
Και φυσικά και γνώριζε ποιος έμενε σε εκείνο το σπίτι. Ήταν ο πασίγνωστος μανιακός δολοφόνος των Τεχνών, όπως ονομάστηκε. Ο Στέφανος Ανδρεόπουλος.
Ο Κωστής και η Νικολέτα είχαν σοκαριστεί. Ο Κωστής ένιωθε τους παλμούς του να ανεβαίνουν και άρπαξε ασυναίσθητα το χέρι της Νικολέτας.
«Ήταν Νοέμβριος πριν δύο χρόνια όταν ακούσαμε για την εξαφάνιση της πρώτης κοπέλας. Όλοι είχαμε ανησυχήσει. Η κόρη μου τότε ήταν μικρή και ξέρετε παιδιά μου, είναι δύσκολο να προστατέψεις τα παιδιά σου τέτοια εποχή. Δεν την άφηνα να βγαίνει. Η πρώτη κοπέλα ήταν μουσικός, η δεύτερη ζωγράφος, η τρίτη ηθοποιός και η τέταρτη γλύπτρια. Υπήρχε μοτίβο, όπως έλεγαν τότε στην τηλεόραση. Κάποιος τα είχε βάλει με τις τέχνες. Δε θυμάμαι λεπτομέρειες. Μόνο ότι τον συνέλαβαν τον Ιανουάριο τη μέρα της γιορτής της κόρης μου. Πάλι καλά. Δεν ξέρετε πως φοβόμουν μην πάθει κάτι το κοριτσάκι μου».
«Γιατί τα έκανε όλα αυτά, γιαγιά;» ρώτησε με αγωνία η Νικολέτα και άφησε το χέρι του Κωστή που πλέον την πονούσε.
«Εκδίκηση. Άκουσα πως η μητέρα του ήταν καλλιτέχνιδα. Την μισούσε που πάντα τον παρατούσε για τις παραστάσεις της. Δεν ξέρω παραπάνω.» είπε και ήπιε μια γουλιά από τον βαρύ ελληνικό καφέ της.
Ο Κωστής την ευχαρίστησε και έφυγε τρέχοντας από το σπίτι. Του είχε βαλθεί μια ιδέα στο μυαλό και έτρεξε στο αρχείο της βιβλιοθήκης της σχολής του. Έψαξε τις εφημερίδες εκείνης της εποχής και όλα μπήκαν σε μια σειρά στο μυαλό του. Ήξερε ποια είναι η μητέρα του. Προχώρησε στο αρχείο και βρήκε τη σύλληψη του. Είχαν βρει στο υπόγειο του σπιτιού τα θύματα κρεμασμένα σε μια ντουλάπα και στον τοίχο έγραφε τη λέξη «Πουτάνα». Δεν ήξερε πως έπρεπε να αντιδράσει. Δεν ήξερε αν έπρεπε να γυρίσει σε εκείνο το σπίτι, αλλά έπρεπε να πει την αλήθεια στα κορίτσια. Έτρεξε σπίτι όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Ήταν ήδη πολύ αργά όταν έφτασε. Η Σοφία και η Κατερίνα ήδη κοιμόντουσαν και το σπίτι είχε μια απερίγραπτη σιωπή. Δεν ήθελε να κοιμηθεί. Δεν ήθελε καν να κάτσει σε εκείνο το σπίτι. Ξάπλωσε στον καναπέ και ανάγκασε τον εαυτό του να μην κοιμηθεί. Δεν άντεχε να δει κι άλλη μέρα εκείνες τις σκιές που τώρα ήξερε τα ονόματά τους. Ίσως δεν άντεχαν να νιώθουν έναν άντρα στο σπίτι. Ίσως νόμιζαν πως ήταν εκείνος ο απαίσιος δολοφόνος τους.
                                         
Ο Κωστής προσπάθησε πολύ. Σηκώθηκε και ήπιε μια γουλιά από το χυμό του, που φυλούσε στο ψυγείο. Δεν ήξερε ότι τα κορίτσια του είχαν βάλει μέσα ηρεμηστικό για να κοιμηθεί και να μην τις ενοχλήσει ξανά. Τα βλέφαρά του βάραιναν. Λίγο πριν τα κλείσει ένιωσε την ατμόσφαιρα παγωμένη. Ένα άγγιγμα τον ταρακούνησε και με αργά βήματα σηκώθηκε σαν υπνοβάτης από τον καναπέ. Περπάτησε προς την πόρτα του υπογείου και άνοιξε το φως. Κατέβηκε αργά κάτω και ακούστηκε μια μελωδία πιάνου να συντροφεύει την ανατριχίλα της βραδιάς. Οι σκιές αέρινες χόρευαν και μόλις τον είδαν σταμάτησαν και με αργές κινήσεις τον περικύκλωσαν. Τον οδήγησαν προς ένα σκαμνάκι. Πάνω του κρεμόταν μια θηλιά. Ο Κωστής την πήρε και την τοποθέτησε στο λαιμό του. άρχιζε να φωνάζει βοήθεια, αλλά η φωνή του δεν έβγαινε. Το πιάνο ακούστηκε δυνατά. Το φως τρεμόπαιξε για λίγο και οι σκιές φαίνονταν σαν να προσπαθούσαν να κλωτσήσουν το σκαμνί. Ένα βάζο ακούστηκε και πάλι να σπάει. Το σκαμνί πετάχτηκε στην άκρη. Η θηλιά δέθηκε γύρω από το λαιμό του και προσπάθησε να πάρει ανάσα. Εκείνη τη στιγμή ήταν που ένιωσε να ξυπνάει, αλλά να μην μπορεί να αντιδράσει. Έβαλε τα χέρια του στο σχοινί και προσπάθησε να ελευθερώσει το λαιμό του. Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα είχε παραιτηθεί από την προσπάθεια. 
Η πόρτα του υπογείου άνοιξαν. Οι σκιές εξαφανίστηκαν και τα κορίτσια έτρεξαν με κηροπήγια στα χέρια. Πανικοβλήθηκαν όταν είδαν τον Κωστή κρεμασμένο. Τα πόδια του κουνιόντουσαν ελαφρά μπρος πίσω. Η Σοφία άρχισε να ουρλιάζει και η Κατερίνα προσπάθησε να τον ξεκρεμάσει βάζοντας το σκαμνάκι κάτω από τα πόδια του. Με μια σκάλα ανέβηκε και έκοψε το σκοινί από το ταβάνι. Η Σοφία άνοιξε το φως και είδε τη λέξη «Πουτάνα» γραμμένη με αίμα στον τοίχο. Ο Κωστής σωριάστηκε στο πάτωμα και άρχισε να πνίγεται και να βήχει. Ψέλισσε μόνο το όνομα «Γκάρντνερ» και τα κορίτσια κοιτάχτηκαν. Όλοι μαζί βρέθηκαν να χτυπούν το κουδούνι της γειτόνισσάς τους που γούρλωσε τα μάτια όταν τους είδε. Την είχαν ξυπνήσει και δε φαινόταν πολύ χαρούμενη γι’ αυτό. Όταν της εξήγησαν τι είχε συμβεί, εκείνη τους τα διηγήθηκε όλα. Εκείνη ήταν η μητέρα του Στέφανου. Δεν άντεχε στην ιδέα πως ο γιος της είχε κάνει τέτοιο έγκλημα. Ήξερε πώς να αντιμετωπίσει τις σκιές, καθώς είχε μελετήσει βαθιά το θέμα. Κανένας ιδιοκτήτης δεν καθόταν στο σπίτι. Όλοι μιλούσαν για εκείνες τις σκιές που έρχονταν στο ύπνο των αντρών. Πήρε μαζί της το βιολί της και είπε στα κορίτσια το σχέδιο. Έβαλαν τον Κωστή να κοιμηθεί στο σαλόνι του σπιτιού και περίμεναν. Όταν ο Κωστής άρχιζε να ουρλιάζει και να βλέπει τις σκιές να τον πλησιάζουν και πάλι, η κυρία Γκάρντνερ ξεκίνησε να παίζει βιολί. Τα κορίτσια χόρευαν στο ρυθμό της μελωδίας. Ο Κωστής έβλεπε τις σκιές να μαλακώνουν και να χορεύουν κι εκείνες. Ύστερα πιάστηκαν όλες μαζί και ξεκίνησαν να φεύγουν έξω από το σπίτι.
Οι εικόνες έγιναν θολές για τον Κωστή. Ξύπνησε το επόμενο πρωί και είδε τέσσερα ζεύγη ματιών να τον κοιτούν. Τα είχαν καταφέρει. Η κυρία Γκάρντνερ πίστευε πως αν έδιναν στις σκιές αυτό που ήθελαν θα έφευγαν. Δεν ήταν σίγουρη, αλλά το σχέδιο είχε πετύχει και ο Κωστής ήταν καλά. Πράγματι οι επόμενες μέρες που πέρασαν ήταν ήσυχες. Τα παιδιά είχαν επιστρέψει στη ρουτίνα τους. Ο Κωστής έπινε κάθε μέρα καφέ με την κυρία Γκάρντνερ και άρχισε να μαθαίνει βιολί. Η Σοφία έπεσε με τα μούτρα στο διάβασμα και η Κατερίνα συνέχισε να δίνει αναφορές στη μαμά της για το πώς τα πήγαινε στη σχολή, χωρίς να της αναφέρει τίποτα από όσα είχαν συμβεί. Όμως εκείνο το πρωί του Σαββάτου, δύο βδομάδες μετά, η κυρία Γκάρντνερ χτύπησε ανήσυχη το κουδούνι του σπιτιού τους.
«Ο γιός μου δραπέτευσε» κλαψούρισε και κοίταξε τα παιδιά με αγωνία.
Όλοι κοιτάχτηκαν μεταξύ τους. Πίσω από τα δέντρα ακούστηκε ένα θρόισμα περίεργο. Βήματα πάνω στο γεμάτο φύλλα χώμα έσπασε την ηρεμία της ατμόσφαιρας. Ο Κωστής ένιωσε και πάλι ένα κρύο ρίγος να τον διαπερνά. Δεν θα τελείωνε εύκολα η υπόθεση.



Παρασκευή, 26 Ιανουαρίου 2018

Χωρίς επιστροφή...


Η Χάνα είχε κρεμαστεί από παράθυρό της. Ήταν η ώρα που τα παιδιά σχολούσαν από τα σχολεία και περνούσαν για να πάνε στα σπίτια της. Εκείνης της είχαν απαγορέψει να πηγαίνει στο σχολείο. Είχε κρεμάσει την ποδιά της μπροστά από την ντουλάπα και την κοιτούσε με νοσταλγία. Μπορεί να μην ήταν από τις καλές μαθήτριες και να παραπονιόταν διαρκώς για τη δεσποινίς Ειρήνη που ήταν αυστηρή, αλλά της έλειπε πολύ. Και πιο πολύ η αγαπημένη της φίλη, η Κατερίνα. Είχε να την δει από εκείνη τη φρικτή μέρα που ο διευθυντής εισέβαλε στο μάθημα της γεωγραφίας και ψιθύρισε κάτι στο αυτί της δασκάλας της. ύστερα εκείνη τη διέταξε να μαζέψει τη σάκα της και να πάει σπίτι.
Στα κάγκελα την περίμενε ο πατέρας της, ο Αβρααμ. Στο δρόμο για το σπίτι όλο ήθελε να ρωτήσει γιατί έπρεπε να τη διώξουν, όμως το λυπημένο πρόσωπο του πατέρα της την απέτρεψε. Από εκείνη τη μέρα δεν της μιλούσε καμία συμμαθήτριά της. Την κοιτούσαν με απέχθεια και η Χάνα δεν καταλάβαινε. Μόνο η Κατερίνα την είχε πλησιάσει κάτω από το παραθύρι της και της είπε πως κάποιος Χίτλερ, ένας κακός, απαγόρευε σε πολλά παιδιά να πάνε σχολείο. Η Χάνα ήξερε πως είναι διαφορετική. Αλλά νόμιζε πάντα πως ήταν κάτι καλό να είσαι Εβραίος.
Ξαφνικά όλοι γύρισαν εναντίον της και το έβλεπε μέρα με τη μέρα. Ένα πρωινό ο μπαμπάς της έφυγε για τη δουλειά. Ύστερα από μία ώρα γύρισε και πάλι σπίτι.
«Δε θα ξαναπάω» μουρμούρισε με κατεβασμένο το κεφάλι στη Σάρα τη μητέρα της και η Χάνα κρυφάκουσε.
Η Σάρα υπάκουη του έβαλε να φάει ένα πιάτο ρεβίθια. Παλιά τα ρεβίθια ήταν πιο νόστιμα. Τώρα ήταν ένα νερόζουμο που η Χάνα σιχαινόταν. Το έτρωγε όλο όμως για να μη δυσαρεστήσει τη μαμά της. καταλάβαινε πως τα πράγματα δεν θα ήταν καθόλου εύκολα για εκείνους. Εκείνο το βράδυ κρυφάκουσε και πάλι τους δικούς της.
«Η αδερφή μου είπε πως πρέπει να πάμε στην Αγγλία. Τα πράγματα στην Ευρώπη δεν πάνε καλά. Τους μαζεύουν σε στρατόπεδα, λέει» ψιθύρισε η Σάρα για να μην ακούσει η κόρη της.
«Εδώ είναι όλη μας η ζωή, αγάπη μου»
«Ποια ζωή; Σε απέλυσαν από τη βιομηχανία, η Χάνα δεν πάει σχολείο και σήμερα δε μας έδωσαν δελτίο για ψωμί. Πως θα ζήσουμε;» έβαλε τα κλάματα.
«Έχει ο θεός. Θα ψάξω αλλού δουλειά» απάντησε ο Αβρααμ.
«Δε θα συμφωνήσεις, αλλά θα πάει στην Ερριέτα να ζητήσω δουλειά» είπε και ο άντρας της κούνησε το κεφάλι λυπημένος.
Ήξερε πως δεν είχε άλλη επιλογή. Αν και δεν ήθελε να δουλεύει η γυναίκα του, κάτι έπρεπε να γίνει. Την επόμενη μέρα η Χάνα χωρι΄ς να πει τίποτα βγήκε από το παράθυρό της και έκανε μια βόλτα. Έφτασε ως την Πλατεία Αριστοτέλους, ένιωσε τον αέρα της γλυκιάς της θάλασσας. Τα πόδια της όμως την οδήγησαν έξω από το παλιό γνώριμο σχολείο. Σε δέκα λεπτά θα σχολούσαν τα παιδιά και ήθελε να δει την Κατερίνα. Ο διευθυντής του σχολείου την είδε από το γραφείο του και βγήκε έξω.
«Δεν πρέπει να βρίσκεσαι εδώ. Μας μολύνεις το σχολείο» είπε και τα λόγια του ήταν μαχαιριά στην μικρή καρδιά της.
Χώθηκε πίσω από ένα δέντρο και περίμενε κρυφά. Μόλις αντίκρισε την Κατερίνα, την μόνη της ελπίδα, βιάστηκε να την πλησιάσει, αλλά εκείνη έκανε πως δεν την είδε. Την σκούντηξε στο ώμο.
«Οι γονείς μου μου απαγορεύουν να σου μιλάω. Δεν θέλω, αλλά…»
Τα πόδια της Χάνας άρχισαν να τρέμουν. Τι είχε κάνει και κανείς δεν την ήθελε; Τι έφταιγε που γεννήθηκε Εβραία; Ο γυρισμός στο σπίτι ήταν δύσκολος. Ένιωθε ένα βάρος μέσα της και δεν ήξερε πως θα αντίκριζε τη μητέρα της. θα είχε καταλάβει σίγουρα την απουσία της. Λίγα στενά πιο κάτω αντίκρισε έναν ζητιάνο, που είχε το χέρι του αναποδογυρισμένο και ζητούσε από τους περαστικούς. Αμέσως μια ιδέα της βάλθηκε στο μυαλό. Κάθισε σε μια γωνιά και έκανε ό, τι έκανε και κείνος. Της φάνηκε πως πέρασε μια μέρα ολόκληρη που καθόταν εκεί κι όμως μόνο ένα κέρμα είχε πέσει. Ένα κέρμα από έναν ηλικιωμένο κύριο με περίεργα γυαλιά. Περπατούσε στο δρόμο με ένα μπαστούνι.
Μόλις είδε έναν άντρα ψηλό με στρατιωτική στολή να μιλάει δυνατά σε μια γλώσσα που δεν καταλάβαινε σηκώθηκε και το βαλε στα πόδια.
Είχε νύχτώσει όταν μπήκε από το παράθυρό της στο σπίτι. Βγήκε στην κουζίνα και είδε τους γονείς της σκυφτούς στο τραπέζι. Αυτή τη φορά είχε σούπα με κρεμμύδι. Ούτε που είχαν καταλάβει την απουσία της ή μάλλον ούτε που έδωσαν σημασία στην παρουσία της στο σαλόνι. Η Σάρα σχεδόν μηχανικά σηκώθηκε και της έβαλε ένα πιάτο φαί.
«Αν πουλήσω τα αργόχειρα της μαμάς μου;» έσπασε τη σιωπή η Σάρα.
«Είμαστε Εβραίοι, Σάρα. Είμαστε εβραίοι. Κανείς δε θα τα πάρει, να πάρει η ευχή» φώναξε με μια αλλόκοτη δύναμη ο πατέρας της και χτύπησε το χέρι του στο τραπέζι. Η Σάρα βάλθηκε να κλαίει βουβά, αλλά η Χάνα δεν ήξερε ποιον έπρεπε να ηρεμήσει. Αν μπορούσε δηλαδή. Γιατί κι η ίδια δεν είχε δύναμη να στηρίξει κανέναν. Ήθελε όμως. Ειδικά τη μαμά της που σπάνια την έβλεπε να χάνει το χαμόγελό της. Πριν έρθουν οι γερμανοί στην Ελλάδα, συνήθιζε πάντα να της λέει «Ό, τι δε σε σκοτώνει, σε κάνει πιο δυνατό, μπιζελάκι μου. Να το θυμάσαι» και με τα χέρια της προσπαθούσε να κάνει τα χείλη της μικρής να χαμογελούν. Τώρα που ήταν αυτή η μαμά; Ποιος της είχε στερήσει το δικαίωμα να χαμογελάει;
***
Ήταν Δευτέρα πρωί. Η Χάνα σηκώθηκε απρόθυμα από το κρεβατάκι της. Χάιδεψε τη σχολική της ποδιά και μελαγχόλησε. Δεν υπήρχε λόγος να ξυπνάει. Δεν είχε σχολείο και δεν μπορούσε καν να φάει πρωινό. Το γάλα και  οι φέτες με ψωμί και μαρμελάδα είχε αντικατασταθεί με βραστό νερό. Η Σάρα καθόταν στο μεγάλο τραπέζι της κουζίνας και έκλαιγε. Η Χάνα την πλησίασε και της χάιδεψε τα μαλλιά. Εκέινη δε σάλεψε. Σα μαριονέτα αφημένη κοιτούσε το κενό. Η πόρτα άνοιξε και μπήκε ο μπαμπάς της.
«Μας απαγόρεψαν και την έξοδο από τη χώρα. Και να θέλαμε να πάμε στην Αγγλιά δε γίνεται. Σάρα, μήπως πρέπει να κρυφτούμε;» της είπε σε ένα τόνο περιέργως γλυκό.
Η Σάρα όμως δεν κουνήθηκε και πάλι.
«Να μου πεις ποιος θα μας κρύψει;» γέλασε πικραμένος.
Η μέρα κύλησε χωρίς κανείς να μιλάει. Η Χάνα για πρώτη φορά μαγείρεψε. Είχε δει πολλές φορές τη μαμά της να το κάνει, αλλά δεν το είχε προσπαθήσει. Η κοιλιά της γουργούριζε όπως κάθε στιγμή της μέρας και έπρεπε να κάνει κάτι, γιατί η μαμά της ήταν σαν άγαλμα στο ίδιο σημείο. Μόλις ακούμπησε τα πιάτα με τη σούπα, η Σάρα έδωσε σημεία ζωής.
«Θα μας πάρουν και εμάς;»
«Δε γίνονται αυτά στην Ελλάδα. Δεν μπορεί. Θα πέσει ο Χίτλερ σύντομα θα δεις. Όλα θα γίνουν όπως πριν» την καθησύχασε.
«Θα μας πάρουν» συνέχισε απτόητη.
Δεν πρόλαβε να τελειώσει τη φράση της και χτύπησε η πόρτα δυνατά. Μια φράση ακούστηκε στα γερμανικά και μια στα ελληνικά. «Ανοίξτε». Ύστερα δύο άντρες μπήκαν μέσα και χωρίς να ρωτήσουν άρχισαν να ψάχνουν το σπίτι. Ο ένας πήρε ένα κόσμημα της μαμάς.
«Οι εβραίοι δεν αξίζουν να έχουν τίποτα πολύτιμο» είπε ο Έλληνας και έκλεισαν την πόρτα πίσω τους.
Ήρθαν και την επόμενη μέρα. Η πόρτα χτύπησε πιο δυνατά και ο Αβραάμ άνοιξε. Εκείνη τη μέρα όμως τους εμπόδισε. Ο Γερμανός κάτι μουρμούρισε και ο Ελληνας μας είπε να βάλουμε μερικά πράγματα σε μια βαλίτσα. Θα μας πήγαιναν σε ένα ασφαλές μέρος με το τρένο. Ο Αβραάμ όμως δεν πίστεψε τα δήθεν ευγενικά λόγια τους. Η Σάρα άρχισε να κλαίει βουβά.
«Δεν πάμε πουθενά. Εδώ είναι το σπίτι μας» είπε σοβαρά ο Αβραάμ.
Ο Γερμανός γύρισε το όπλο του και τον βάρεσε στο πόδι.
«Ό, τι και να κάνετε, δε φεύγουμε» συμπλήρωσε πιάνοντας το πόδι μου για να σταματήσει την αιμοραγία.
Η Σάρα άρχισε να κλαίει δυνατά και η Χάνα κοιτούσε χωρίς να καταλαβαίνει. Ο Γερμανός άρχισε να φωνάζει στα γερμανικά και ο Έλληνας τους προειδοποίησε πως έχουν μια ώρα να φτιάξουν τη βαλίτσα, αλλιώς θα είχαν κακά ξεμπερδέματα. Η Σάρα σήκωσε τον άντρα της και τον παρακάλεσε να ηρεμήσει. Ο Αβραάμ όμως βρήκε ευκαιρία και έδωσε μια μπουνιά στον γερμανό. Εκείνος χωρίς οίκτος τράβηξε την σκανδάλη και τον πυροβόλησε. Αυτή τη φορά στην καρδιά. Ο Αβραάμ έπεσε κάτω αναίσθητος. Η Σάρα και η Χάνα έτρεξαν δίπλα του και σπάραξαν. Με την απειλή του όπλου τις διέταξαν να απομακρυνθούν και να φτιάξουν τη βαλίτσα. Υπάκουσαν.
Η Χάνα έβαλε μέσα και τη σχολική της ποδιά. Ήξερε πως δε θα της χρειαζόταν, αλλά ήξερε πως ό, τι και να έπαιρναν μαζί τους ήταν μάταιο. Άλλωστε τίποτα δε θα χρησιμοποιούσαν. Σε λίγα λεπτά μάνα και κόρη ήταν έτοιμες. Έτοιμες για ένα ταξίδι με τρένο με μια βαλίτσα στο χέρι. Ένα ταξίδι χωρίς γυρισμό.



Τετάρτη, 3 Ιανουαρίου 2018

«Μόνη…Εκεί»


«Τρέξε» φώναξε ο Νίκος και η Μυρτώ δεν ήξερε τι συνέβαινε. Έβλεπε αστυνομικούς να πλησιάζουν και κείνη ανήμπορη να κινήσει τα πόδια της κοκάλωσε εκεί. Αν δεν αντιδρούσε, θα την έπιαναν. Της ήταν όμως αδύνατον. Γύρω της όλοι έτρεχαν πανικόβλητοι. Φωνές, σειρήνες και τρεχαλητά. Και εκείνη εκεί. Ακούνητη.


***
Ήταν αρχές Σεπτεμβρίου και η Μυρτώ θα πήγαινε Δευτέρα Λυκείου. Μισούσε τη δουλειά του πατέρα της. Ήταν πρέσβης. Κάθε χρόνο σχεδόν άλλαζε  χώρα, γειτονιά, σχολείο και το σημαντικότερο άλλαζε φίλους. Δεν ήταν και ιδιαίτερα κοινωνική και το να προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες δεν ήταν πάντα εύκολο. Τώρα είχαν γυρίσει επιτέλους στην Ελλάδα για ένα χρόνο και τουλάχιστον θα μπορούσε να μιλάει τη γλώσσα της. Την πρώτη μέρα στο σχολείο δε θα την ξεχάσει με τίποτα. Κανείς δεν της μίλησε. Μόνο την κοίταζαν περίεργα από πάνω ως κάτω. Στην τάξη της εντόπισε τον Νίκο. Έναν συμμαθητή της πολύ όμορφο. Ίσως να ήταν και λίγο ψώνιο, καθώς το υφάκι του ήταν περίεργο προς τις κοπέλες. Σήκωνε το φρύδι και μιλούσε με μια επιτηδευμένη χοντρή φωνή. Για κάποιο λόγο όμως η Μυρτώ γοητεύτηκε. Δεν της έριξε ως το τέλος ούτε μια ματιά όμως. Η ζωή της ήταν βαρετή. «Κοίτα η καινούρια κάθεται όλο μόνη της» άκουγε να ψιθυρίζουν τα παιδιά μεταξύ τους. Δεν ήθελε να είναι μόνη, αλλά κανείς δεν την πλησίαζε. Ηθελε έστω μια παρέα, ένα συμμαθητή να κάθεται δίπλα της στο θρανίο. Κανείς.
Οι μέρες κυλούσαν βασανιστικά. Ήδη είχε περάσει ένας μήνας από την μετακόμισή τους και η κατάσταση στο σχολείο δεν έλεγε να αλλάξει. Που και που ο Νίκος της έριχνε κάτι κλεφτές ματιές, αλλά νόμιζε πως θα ήταν καταλάθος. Μιλούσε σε άλλες κοπέλες και την ψιλοκοίταζε διακριτικά. Ίσως ήταν η ιδέα της, μα η καρδιά της χόρευε σε ξέφρενους ρυθμούς όταν περνούσε από δίπλα του. Πως είχε γίνει αυτό. Ούτε μια κουβέντα δεν είχαν ανταλλάξει κι όμως ένιωθε πως τον ήθελε όσο κανέναν άλλοτε. Η πρώτη κίνηση δεν άργησε  να γίνει.
Μια μέρα την ώρα που σχολούσαν την πλησίασε εκείνος. Άρχισε να νιώθει τα πόδια της να τρέμουν. Η φωνή της νόμιζε πως δε θα έβγαινε. Ξερόβηξε διακριτικά και έγλειψε τα χείλη της. Τι θα του έλεγε; Ευτυχώς έσπασε εκείνος τη σιωπή.
«Το βράδυ αράζουμε με τα παιδιά στο παρκάκι εδώ δίπλα. Αν θες έλα κι εσύ. Κατά τις 8» είπε με το γνωστό γοητευτικό τρόπο.
Δεν πρόλαβε η Μυρτώ να απαντήσει και είχε χαθεί στο βάθος. Χασκογέλαγε με τους κολλητούς του και απομακρύνθηκε. Εκείνη στάθηκε για λίγο στην καγκελόπορτα του σχολείου. Τι είχε συμβεί; Της είχε ζητήσει ραντεβού; Μα όχι. Θα ήταν και οι φίλοι του. Ίσως ντρεπόταν να της πει να πάνε κάπου οι δυό τους. Ούτε. Ο Νίκος δε θα ντρεπόταν.
«Την πέφτει σε όλες και μόλις πάρει αυτό που θέλει εξαφανίζεται» ψιθύρισε συνομωτικά η Ντίνα που της μιλούσε για πρώτη φορά.
«Τι; Όχι. Εγώ…» προσπάθησε να πει αλλά μπουρδούκλωσε τα λόγια της.
«Μην ντρέπεσαι όλες τα έχουμε περάσει αυτά. Ειδικά με το Νίκο»
Η Μυρτώ χαμήλωσε το κεφάλι και χάθηκε στις σκέψεις της. Δε θα πήγαινε. Θα ήταν μία από τις πολλές και δεν ήθελε. Προτιμούσε να κάτσει στο σπίτι της και να διαβάσει τα βιβλία της. Της είχαν κρατήσει συντροφιά πολλές μέρες μοναξιάς. Χωρίς να το καταλάβει είχε ήδη απομακρυνθεί από τη Ντίνα και τραβούσε προς το σπίτι της. Οι ώρες μέχρι το βράδυ δεν περνούσαν. Λίγη ώρα πριν πέσει ο ήλιος μηχανικά σηκώθηκε και ντύθηκε. Κοιτάχτηκε στο καθρέπτη και σουλούπωσε τα μαλλιά της. Ύστερα κάθισε και έπιασε το βιβλίο της. Δε θα πήγαινε. Αλλά γιατί είχε ντυθεί; Κατά βάθος ήθελε, αλλά δεν έπρεπε. Σηκώθηκε και ξερόβηξε. Θα έλεγε στους γονείς της ότι θα πάει να βρει μια φίλη της. έκανε ένα βήμα για να ανοίξει την πόρτα της. κοίταξε το πόμολο και χάθηκε στις σκέψεις της. Κάτι της έλεγε μέσα της να μην πάει. Στο καλό. Θα πήγαινε και ό, τι γινόταν. Κάθε φορά δεν κερδίζει κάτι με το να αναλύει τις καταστάσεις.
Για πότε είπε ψέματα στη μαμά της και για πότε βρέθηκε λίγα βήματα μακριά από το πάρκο ούτε που το κατάλαβε. Ήθελε να γυρίσει πίσω αλλά ήταν αργά. Ο Νίκος την εντόπισε από μακριά και σήκωσε το χέρι του ψηλά για να τον αναγνωρίσει. Φυσικά και τον είχε δει. Η κορμοστασιά του ξεχώριζε από μακριά. Πήγε κοντά και ο Νίκος την σύστησε σε όλους τους φίλους του. Δε θυμόταν τα ονόματα, γιατί από τη στιγμή που την έπιασε από τον ώμο η Μυρτώ πάγωσε. Απλά έδινε μηχανικά το χέρι της. Ο Νίκος της μιλούσε με μια οικειότητα που της της έμοιαζε πρωτόγνωρη. Λες και ήταν φίλοι πολύ καιρό τώρα.
«Καπνίζεις Μυρτώ;» ρώτησε και τέντωσε το χέρι του προσφέροντας ένα πακέτο τσιγάρα.
«Ό..Όχι» τόλμησε να πει.
«Χάνεις» συνέχισε και της έκλεισε το μάτι.
Σίγουρα θα την πέρασε για ξενέρωτη. Όλοι σχεδόν οι συμμαθητές της κάπνιζαν. Ακόμη και τα κορίτσια. Εκείνη δεν είχε δοκιμάσει ποτέ. οι γονείς της άλλωστε ήταν αντικαπνιστές και κάτι τέτοιο θα ήταν σκάνδαλο γι’ αυτούς. Δεν ήθελε να τους σταναχωρήσει.
«Έι! Είσαι καλά;» την έβγαλε από τις σκέψεις της ο Νίκος.
«Να πω την αλήθεια δεν έχω δοκιμάσει ποτέ. Θα ήθελα όμως»
Ο Νίκος χαμογέλασε και οι φίλοι του τον σκούντηξαν συνωμοτικά. Αμέσως ο Νίκος της έδωσε ένα. Εκείνη το έβαλε στα χείλη της και ο Νίκος της το άναψε. Τράβηξε μια γερή τζούρα και άρχισε να βήχει σα να πνίγεται. Τα μάτια της κοκκίνισαν και δάκρυσαν. Όλοι γελούσαν. Είχε γίνει περίγελος. Μα εκείνος την ακούμπησε στον ώμο και της είπε να μη ταράζεται. Πάντα έτσι γίνεται στην πρώτη τζούρα. Εκείνη με σιγουριά δοκίμασε κι άλλη τζούρα και το πνίξιμο ήταν λιγότερο. Δεν ήξερε αν την άρεσε η γεύση του, μα το τσιγάρο το έκανε όλο. Ένιωσε μια ζάλη και ζήτησε να κάτσει στο παγκάκι. Εκείνος σηκώθηκε παραχωρώντας τη θέση του. Μόλις συνήλθε ανακοίνωσε πως θα έφευγε γιατί ήταν ήδηδ αργά. Ο Νίκος της πρότεινε να την πάει σπίτι αλλά εκείνη αρνήθηκε. Της είπε πως κάθε μέρα την ίδια ώρα θα βρίσκονται στο πάρκο και πως θα ήταν ευπρόσδεκτη.

Έφυγε χαμογελώντας του και είχε άγχος μήπως την καταλάβαιναν οι γονείς της. σταμάτησε στο περίπτερο και αγόρασε ένα πακέτο τσίχλες για τη μυρωδιά. Ευτυχώς δεν την κατάλαβαν, μα δεν είχε ξαναπεράσει τόσο άγχος στη ζωή της.
Την επόμενη μέρα στο σχολείο τα βλέμματα με τον Νίκο ήταν πολλά. Τα μάγουλά της πονούσαν από το αμήχανο χαμόγελο. Νόμιζε πως όλοι την είχαν καταλάβει. Φυσικά και το απόγευμα βρισκόταν στο γνωστό πλέον σημείο. Στο παρκάκι στις 8. Και πάλι είχε ανάψει ένα τσιγάρο και ένιωθε να το συνηθίζει σιγά σιγά. Με τις μέρες άρχισε να δένεται με την παρέα του Νίκου. Γελούσαν με την ψυχή τους και ο Νίκος δεν έχανε ευκαιρία να την ακουμπάει, να την κοιτάει και να την χαιδεύει. Ένιωθε πως εκείνη η κοπέλα στο σχολείο είχε πει χαζομάρες από τη ζήλεια της. της φαινόταν πραγματικά υπέροχος.
Μια μέρα, Παρασκευή ήταν, είχε το ελεύθερο από τους γονείς της να αργήσει λιγάκι παραπάνω. Για πρώτη φορά ήταν χαρούμενη που η κόρη τους είχε βρει «φίλες» και περνούσε καλά. Ήταν ήσυχοι βέβαια που τους έλεγε ότι μαζεύονταν σε σπίτια. Η Μυρτώ όμως στο παρκάκι. Πήγε και τους βρήκε. Ο Νίκος της πρότεινε να μην μείνουν μαζί με τα παιδιά και να πάνε μια βόλτα. Φυσικά και δέχτηκε και οι δυο τους βρέθηκαν να περπατούν στα πεζοδρόμια, να μιλούν για τις ζωές τους. Κυρίως η Μυρτώ μιλούσε για το πόσο μισούσε τη δουλειά του μπαμπά της.
«Πρέπει να είσαι ευγνώμων που έχεις πατέρα. Εγώ δεν τον γνώρισα ποτέ» είπε με σκυμμένο κεφάλι ο Νίκος.
«Συγγνώμη, δεν ήξερα» προσπάθησε να δικαιολογηθεί, αλλά τα μάτια του είχαν ήδη βουρκώσει.
Η Μυρτώ σταμάτησε να περπατά. Ο Νίκος με μιας έπεσε στην αγκαλιά της. τότε ήταν που την φίλησε για πρωτη φορά. Ούτε που θυμόταν για πόση ώρα βρισκόντουσαν σε εκείνο το σημείο. Η Μυρτώ έτρεμε στην αρχή, αλλά μετά αφέθηκε στα χείλη του. Εκείνος άρχισε να την χαιδεύει και να την αγγίζει παντού μέσα στη μέση του δρόμου.
«Μας βλέπουν» αντέδρασε η Μυρτώ.
Εκείνος αναζητώντας τα χείλη της και πάλι δεν είπε τίποτα. Συνέχισε να την χαιδεύει.
«Πάμε πίσω στα παιδιά;» αποφάσισε να ξεστομίσει.
Της άρεσε να βρίσκεται μαζί του, αλλά στα αυτιά της ηχούσαν τα λόγια εκείνης της κοπέλας: «Την πέφτει σε όλες και μόλις πάρει αυτό που θέλει εξαφανίζεται». Ο Νίκος την πήρε τρυφερά από το χέρι και πήγαν πάλι πίσω στο πάρκο. Εκεί βρίσκονταν ακόμη τα παιδιά. Γελούσαν ασταμάτητα και χωρίς λόγο και δεν τους πρόσεξαν κάν όταν πλησίασαν.
«Μην τους παρεξηγείς. Έχουν καπνίσει» της είπε ο Νίκος.
«Μα κι εγώ καπνίζω που και που, αλλά δεν κάνω έτσι» απόρησε η Μυρτώ.
«Όχι, δεν κατάλαβες. Καπνίζουνε μπάφο»
«Αυτό βρωμάει τόση ώρα;»
«Λέω να κάνω κι εγώ. Θες να δοκιμάσεις;»
Η Μυρτώ πισωπάτησε και τον έσπρωξε ελαφρά για να απεγκλωβιστεί από την αγκαλιά του.
«Όχι, Νίκο, υπάρχουν και κάποια όρια. Εγώ δεν..»
«Μα δεν είναι κακό. Αν δοκιμάσεις θα το καταλάβεις.»
«Καλύτερα να πηγαίνω. Έχει αρχίσει και με ζαλίζει η μυρωδιά του»
Η Μυρτώ έφυγε και άκουσε πίσω της να φωνάζει το όνομά της. για δύο μέρες τον απέφευγε. Στο σχολείο δεν έβγαινε στο διάλειμμα και στο πάρκο δεν πήγε. Μέχρι που την Τρίτη μέρα την πέτυχε στο σχόλασμα και την παρακάλεσε να μιλήσουν. Ήθελε να τον συγχωρέσει που την πίεσε να κάνει. Της υποσχέθηκε πως δε θα το ξαναέκανε ποτέ. Αλλά θα ήθελε να έρχεται στο πάρκο για να την βλέπει.  Η Μυρτώ δεν ήθελε πολύ για να πειστεί. Άλλωστε τον είχε καψουρευτεί πολύ από την πρώτη κι όλας μέρα και θα έκανε τα πάντα γι αυτόν.
Ξαναπήγε στο πάρκο και κάθε μέρα σχεδόν βρισκόταν εκεί. Πήγαιναν βόλτες, φιλιούντουσαν και αγκαλιαζόντουσαν. Περπατούσαν και μιλούσαν για διάφορα θέματα. Μια μέρα την πήγε σε ένα λόφο σκοτεινό, που φαινόντουσαν τα αστέρια και το φεγγάρι. Οι δυό τους σε ένα παγκάκι. Την φιλούσε και τα χέρια του εξερευνούσαν το κορμί της σαν να το άγγιζαν για πρώτη φορά. Όμως δεν έμεινε στα αγγίγματα. Έβαλε το χέρι του κάτω από τη φούστ της και εκείνη παγωμένη τον άφησε να της κάνει ό, τι ήθελε.
«Μη φοβάσαι» της ψιθύρισε.
Είχε παραδοθεί ολοκληρωτικά σε εκείνον. Για πότε έγινε ό, τι έγινε δεν το κατάλαβε. Ήταν η πρωτη της φορά και δεν πόνεσε σχεδόν καθόλου. Ήταν μια μαγική στιγμή που θα την κρατούσε μέσα της. ένιωθε πως είχε δεθεί ακόμα πιο πολύ μαζί του.
«Έχεις έρθει και με άλλα κορίτσια εδώ;» δείλιασε η Μυρτώ να ρωτήσει.
«Θα σου πω την αλήθεια. Έχω έρθει με κάποιες κοπέλες, αλλά δεν είναι το ίδιο. Μαζί σου νιώθω αλλιώς»
«Αυτά τα λες σε όλες έτσι;»
«Δε σε είχα για κορίτσι με ανασφάλειες. Δε μου έχεις γκρινιάξει ποτέ όσο είμαστε μαζί»
Η Μυρτώ κοκκάλωσε. Τι εννοούσε πως ήταν μαζί; Είχαν σχέση; Δεν είχε ειπωθεί ποτέ τίποτα και πάντα περίμενε να το ακούσει από τα χείλη του. Ήθελε να σηκωθεί, να φωνάξει πως τον θέλει μόνο για εκείνην, πως είναι η πιο ευτυχισμένη κοπέλα. Μετά από τόσα χρόνια που περιπλανιέται στις διάφορες χώρες, έγινε κάτι καλό. Βρήκε κάποιον να νιώσει ό, τι της έλειπε. Έσκυψε και τον φίλησε. Ήθελε να το ξεστομίσει, αλλά δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή. Ήταν ερωτευμένη, αλλά δε θα του το έλεγε.
«Δε θα ξαναγίνει. Στο υπόσχομαι. Κάνει κρύο. Πάμε προς τα κάτω;»
«Θες να πάμε στα παιδιά; Απλά ίσως «καπνίζουν» πάλι και δε θέλω  να αισθανθείς άσχημα»
Η Μυρτώ τον έπιασε από το χέρι και του χαμογέλασε. Η ζωή της ήταν υπέροχη. Πέρασαν πολλές τέτοιες μέρες μαζί. Ανέβαιναν στο λόφο τους ή πήγαιναν στο σπίτι του Νίκου, όταν έλειπε καμιά φορά η μαμά του. Κι ύστερα έβρισκαν το παιδιά στο πάρκο και κάπνιζαν κανένα τσιγαράκι κανονικό όσο τα παιδιά βρισκόνταν στο δικό τους κόσμο. περνούσε όμορφα η Μυρτώ. Είχε φίλους να γελάει και μιλάει. Ο Νίκος της φερόταν υπέροχα.
Όλα όμως στη ζωή της έμελλε να ανατραπούν, γιατί η μοίρα της δε θα την άφηνε ήσυχη. Ήταν Τετάρτη πριν κλείσουν τα σχολεία για Χριστούγεννα. Η Μυρτώ θα πήγαινε για ψώνια με τη μαμά της και μετά θα έλεγε κλασσικά ψέματα πως θα πάει βόλτα με τις φίλες της. έτσι κι έγινε και η Μυρτώ βρέθηκε στις 8.30 στο παρκάκι. Οι ώρες πέρασαν γρήγορα και μόλις σκοτείνιασε για τα καλά και άδειασαν οι δρόμοι από κόσμο, τα παιδιά έβγαλαν τα συνηθισμένα τους τσιγάρα. Η Μυρτώ είχε συνηθίσει τη μυρωδιά και δε τη ζάλιζε πια, μα εκείνη τη μέρα ήθελε να φύγει με το Νίκο. Είχε αποφασίσει να του μιλήσει για τα συναισθήματά της. ήταν ερωτευμένη και δεν ήθελε να το κρύβει άλλο. Όσο και να τον παρακαλούσε να πάνε μια βόλτα, ο Νίκος έλεγε πως περίμενε ένα φιλαράκι και έπρεπε να μείνουν εκεί για λίγο ακόμη. Ήταν ασυνήθιστα περίεργος. Κουνούσε τα πόδια του νευρικά, ξερόβηχε και έγλειφε τα χείλη του από αμηχανία. Κάτι τον βασάνιζε, αλλά δεν ήθελε να το παραδεχτεί. Το τηλέφωνό του χτύπησε και εκείνος τραντάχτηκε από τη θέση του.
«Ναι…Μάλιστα… από πίσω.. Ναι έρχομαι αμέσως.» είπε με τρεμάμενη φωνή ο Νίκος. Βεβαίωσε τη Μυρτώ πως θα επιστρέψει αμέσως. Ήθελε να δώσει κάτι σε ένα φιλαράκι του.
Η Μυρτώ ένιωθε πολύ περίεργα. Είχε ένα παράξενο συναίσθημα που κατέκλυζε όλο της το σώμα. Θα συνέβαινε κάτι κακό. Μπα. Ιδές της θα ήταν. Έπρεπε να ηρεμήσει.
Ξαφνικά άκουσε περιπολικό να πλησιάζει. Όλοι οι φίλοι του Νίκου πετάχτηκαν από το παγκάκι. Έσβησαν τα τσιγάρα τους και κοιτούσαν γύρω γύρω.
«Που είναι ο Νίκος;» της είπε ο ένας.
Εκείνη τπου έδειξε από πού είχε φύγει ο Νίκος και εκείνος έτρεξε προς τα κει. Η Μυρτώ δεν καταλάβαινε. Αφού είχαν σβήσει το τσιγάρι τι φοβόντουσαν τόσο πολύ. Μια σειρήνα ήταν. Ο Νίκος εμφανίστηκε. Οι σειρήνες έγιναν πιο πολλές.
«Πρέπει να την κάνουμε» έλεγαν και ξανάλεγαν μεταξύ τους. αστυνομικοί φάνηκαν από μακριά να κατεβαίνουν από τα αμάξια τους.
«Τρέξε» φώναξε ο Νίκος και η Μυρτώ δεν ήξερε τι συνέβαινε. Έβλεπε αστυνομικούς να πλησιάζουν και κείνη ανήμπορη να κινήσει τα πόδια της κοκκάλωσε εκεί. Αν δεν αντιδρούσε, θα την έπιαναν. Της ήταν όμως αδύνατον. Γύρω της όλοι έτρεχαν πανικόβλητοι. Φωνές, σειρήνες και τρεχαλητά. Και εκείνη εκεί. Ακούνητη.
***
Η Μυρτώ καθόταν στο αστυνομικό τμήμα. Ο διοικητής την κοιτούσε περίεργα. Περπατούσε πάνω κάτω στο δωμάτιο και την περιεργαζόταν.
«Ώστε δεν ξέρεις τον Νίκο Σταματάκη;»  είπε και σήκωσε το φρύδι του.
«Μπορώ να τηλεφωνήσω στους γονείς μου; Δεν κατάλαβα γιατί με κρατάτε με χειροπέδες.» αναστέναξε η Μυρτώ.
«Είναι στο δρόμο. Θα στεναχωρηθεί ο κύριος Πρέσβης αν μάθει ότι η κόρη του είχε μπλέξει με έμπορο ναρκωτικών»
«Έμπορο; Τι;» γούρλωσε τα μάτια της και προσπάθησε να κουνηθεί από την καρέκλα της.
«Δε σου είχε πει το αγόρι σου ότι η μάνα του έπαιζε όλα τα λεφτά της στο καζίνο και εκείνος πουλούσε ναρκωτικά για να ζήσει; Ξέρεις ποσο καιρό προσπαθούμε να τον πιάσουμε επ αυτοφόρω αλλά όλο μας ξεφεύγει;»
«Δεν σας πιστεύω. Αποκλείεται» ούρλιαξε η Μυρτώ.
Άρχισε να κλαίει δυνατά και να φωνάζει αν την αφήσουν, γιατί δεν έκανε τίποτα κακό.
Σε λίγο οι γονείς τη βρίσκοντας δίπλα της. ο διοικητής μιας και δεν είχε λόγο να κρατάει τη νεαρή την άφησε με τη συμβουλή αν μάθει κάτι να συνεργαστεί μαζί τους και να τους το πει.
Η Μυρτώ γύρισε σπίτι και για μέρες βρισκόταν κλεισμένη μέσα. οι γονείς της αν και είχαν ανησυχήσει με όλα αυτά που έγιναν, δεν ήθελαν να την πιέσουν να τους μιλήσει ακόμα. Διάβαζε βιβλία όλη μέρα και βούρκωνε διαρκώς. Δεν έτρωγε πολύ. Ο Νίκος δεν είχε φανεί. Δεν της είχε στείλει ούτε ένα μήνυμα, ουτε ένα τηλέφωνο. Ούτε εκείνη προσπάθησε να επικοινωνήσει. Μόλις πέρασαν οι διακοπές των Χριστουγέννων, η Μυρτώ δεν τον είδε στο σχολείο. Πέρασε από το πάρκο τη γνωστή ώρα, αλλά ούτε εκεί φάνηκε κανείς από την παρέα. Ένιωθε ένα κενό μέσα της. και το χειρότερο ήταν πως δεν πρόλαβε να του πει ούτε ότι ήταν ερωτευμένη. Και ήθελε τόσο πολύ. Ένα απόγευμα πήγε στο παγκάκι τους με ένα βιβλίο της και κάθισε να περιμένει μήπως εμφανιστεί κανείς. Διάβαζε και που και που κοιτούσε κλεφτά γύρω της.
«Σ’ αγαπώ» άκουσε μια ψιθυριστή φωνή δίπλα στο αυτί της.
Η Μυρτώ γύρισε και κοίταξε. Ήταν εκείνος. Αγνώριστος. Είχε αδυνατήσει πολύ και τα μάγουλά του είχαν μπει μέσα. το χρώμα του δέρματός του ήταν ωχρό.
«Είσαι καλά;» ανησύχησε η Μυρτώ.
«Σ’ αγαπώ» επέμεινε εκείνος.
«Κι εγώ, αλλά…»
«Δεν υπάρχει αλλά. Με άλλαξες. Με έκανες να σκέφτομαι μόνο εσένα. Κάθε μέρα ερχόμουν εδώ. Δεν μου είχες πει που έμενες και το κινητό μου το έχασα εκείνη τη μέρα που φύγαμε τρέχοντας. Κάθε μέρα περιμένω να φανείς στις 8. Μα εσύ χάθηκες.»
«Φοβήθηκα»
«Έχεις δίκιο.»
«Τώρα;»
«Τώρα τι;»
«Ξέμπλεξες;»
«Ναι, φοβήθηκα κι εγώ ξέρεις. Δεν υπάρχει δικαιολογία, αλλά ήταν ο μόνος τρόπος να βγάζω εύκολα χρήματα στην ηλικία μου. συγχώρεσέ με που σε έμπλεξα σε αυτό»
«Δεν πειράζει. Αρκεί που είσαι εδώ.»
«Θες να κάνουμε ένα τσιγάρο;»
«Το κοψα, Νίκο. Ούτε να το μυρίσω.»
Ο Νίκος άναψε ένα τσιγάρο και χαμήλωσε το βλέμμα του.
«Ξέρεις, θα φύγω. Με περιμένει ο θείος μου στην Αμερική να μείνω μαζί του. Θα τελειώσε εκεί το σχολείο.»
«Αυτό σημαίνει πως εμείς οι δύο τελειώσαμε»
Οι δυο τους αγκαλιάστηκαν και έμειναν έτσι για πολλή ώρα. Την φιλούσε και δεν ξεκολλούσε το σώμα τους από το δικό της. η καρδιά τους χτυπούσε συγχρονισμένα και γρήγορα. Τα μάγουλα της Μυρτούς ήταν μούσκεμα και δεν έκανε καν την κίνηση να τα σκουπίσει. Δεν την ένοιαζε. Δεν ήθελε να τον αφησεί.
Ο Νίκος έκανε ένα βήμα πίσω. Την κοίταξε στα μάτια και της σκούπισε τα δάκρυα.
«Θα επιστρέψω για σένα. Σου το υπόσχομαι» της χάιδεψε τρυφερά το χέρι σαν να θέλει να την πείσει πως το εννοεί.
«Λόγια» αντέδρασε εκείνη χαμογελώντας από αβεβαιότητα.
«Θα επιστρέψω» τη φίλησε στο μέτωπο και απομακρύνθηκε.
Εκείνη έμεινε να τον κοιτάζει μέχρι που νύχτωσε. Και έμεινε μόνη και πάλι, όπως πάντα. Μόνη.

Σάββατο, 9 Δεκεμβρίου 2017

«Πλανήτης 002: η επιστροφή»

Δε μας επέτρεπαν να κάνουμε παιδιά. Είχαν περάσει δεκατρία χρόνια από τότε που η Γη καταστράφηκε και οι προμήθειες τελείωναν. Ήμασταν διακόσια άτομα και το σκάφος δε μπορούσε να μας θρέψει.
«Όσοι επιθυμούν να θυσιαστούν για το καλό της ανθρωπότητας, ας έρθουν στο γραφείο μου» είχε ανακοινώσει ο κυβερνήτης στον λόγο που έβγαλε χθες στην αίθουσα εκδηλώσεων του σκάφους. Περίπου τα μισά άτομα θα διώχνονταν από το σκάφος. Οι μισοί θα πήγαιναν με εξοπλισμό στον πλανήτη που βρισκόμασταν τόσα χρόνια, τον πλανήτη 002. Έπρεπε να μάθουμε αν ήταν κατοικήσιμος. Μα όποιος πήγαινε εκεί χανόταν και δεν επέστρεφε. Οι υπόλοιποι θα στέλνονταν στη γη για να δουν αν ήταν κατοικίσιμη. Θα πήγαινα. Μου άρεσε να ρισκάρω. Αλλά πλέον δεν ήμουν μόνη. Είχα στα σπλάχνα μου ένα παιδί ανεπιθύμητο για τους άλλους. Τόσο ποθητό όμως για μένα. Ο Γιάννης μου έφερε κρυφά στο δωμάτιό μου μια κονσέρβα με φασόλια και ένα μπουκαλάκι νερό. Αν τον έπιαναν θα πήγαινε φυλακή. Κανείς δεν επιτρεπόταν να παίρνει φαγητό και νερό χωρίς να το δηλώσει. Πόσο μάλλον νερό, που η αίσθησή του ήταν τόσο πολύτιμη. Μισό λίτρο την ημέρα ήταν η δόση μας και όσο περνούσαν τα χρόνια μειωνόταν. Δεν αντέχαμε, αλλά έπρεπε για να σωθεί η ανθρωπότητα.
«Προσπαθούμε ακόμα να φτιάξουμε το σύστημα επικοινωνίας, Μυρτούλα. Αν σταλθούν άτομα στη γη, πρέπει να μπορούμε να επικοινωνήσουμε μαζί τους» μου είπε ο Γιάννης.
«Αποστολή αυτοκτονίας» συμπλήρωσα απολαμβάνοντας κάθε γουλιά νερό με κλειστά μάτια.
«Ξέρεις, ίσως πρέπει να πάω κι εγώ. Αύριο θα πρέπει να βγει η απόφαση και μόλις φτιαχτεί η επικοινωνία, θα ξεκινήσει η αποστολή. Χρειάζονται ένα μηχανικό μαζί τους, σε περίπτωση που είναι επιτυχημένη» είπε κομπιάζοντας ο Γιάννης.
«Εγώ;» βούρκωσα και έσφιξα μηχανικά την κοιλιά μου.
Ο Γιάννης με φίλησε στο μέτωπο και στην κοιλιά και έφυγε χωρίς να με κοιτάξει. Έπρεπε να πάω να βρω τη φίλη μου, την Κατερίνα, στο ιατρείο. Εκείνη με είχε ενημερώσει για την εγκυμοσύνη μου, αλλά δε θα το έλεγα πουθενά. Αν μαθευόταν, θα έμπαινα πρώτη πρώτη στη λίστα για να φύγω από το σκάφος. Είτε πήγαινα στη Γη είτε στον πλανήτη 002, τα αποτελέσματα θα ήταν ίδια.
Εκείνο το βράδυ ήταν σκέτη απελπισία. Ίδρωνα  συνεχώς. Δεν είχε παρουσιαστεί κανένας σχεδόν στο γραφείο του κυβερνήτη και έτσι θα γινόταν κλήρωση. Αύριο πρωί πρωί θα ανακοινώνονταν τα ονόματα. Η επικοινωνία είχε σχεδόν φτιαχτεί και το απόγευμα αναμενόταν η αναχώρηση των δύο ομάδων από το σκάφος. Η κοιλιά μου πονούσε πιο πολύ από κάθε άλλη φορά. Ήμουν  μόλις τεσσάρων μηνών και ένιωθα έτοιμη να γεννήσω από το άγχος μου. Δεν έπρεπε  να είχα μπλέξει με το Γιάννη, όμως τον αγαπούσα σαν τρελή και ο πόθος μου ήταν τεράστιος. Άλλωστε αν κανένα παιδί δε γεννιόταν πως θα συνεχιζόταν η ανθρωπότητα;
Οι σκέψεις μου με παρέσυραν και έγειρα στο μαξιλάρι για λίγες ώρες ώσπου ο ίδιος εκνευριστικός ήχος σήμανε ότι το πρωί είχε φτάσει. Δεν είχαμε παράθυρο για να βλέπουμε τον ήλιο. Και να είχαμε πάλι δε θα τον βλέπαμε.
Όλοι απρόθυμοι να ακούσουμε τη λίστα αποχώρησης βρισκόμασταν στο χώρο εκδηλώσεων.
«Μάρκος Ξενόπουλος, Χριστίνα Παπαδάκη, Μαρία Αθανασάκη, Στράτος Καλαμπάκας, Μυρτώ Καλογεροπούλου…»
Τα αυτιά μου άρχιζαν να βουίζουν αμέσως. Η Κατερίνα έτρεξε κοντά μου. Ήμουν έτοιμη να λιποθυμήσΩ. Ο Γιάννης από μακριά ΜΕ κοίταξε, ανίκανος μπροστά σε όλους να ΜΕ πλησιάσει. Το όνομα του Γιάννη δεν ήταν στη λίστα. Ένας άλλο μηχανικός είχε σταλθεί στη θέση του. Δεν ήξερα τι να κάνω. Μάζεψα τα πράγματά μου, όπως μας είχαν διατάξει, πράγμα που θεώρησα μάταιο, αφού ήμουν σίγουρη πως θα πέθαινα. Λίγο πριν παρουσιαστώ μπροστά στην πύλη για το ένα σκάφος που θα πήγαινε στη Γη, ο Γιάννης ήρθε στο δωμάτιό μου.
«Σ’ αγαπώ ό, τι και να γίνει» μου είπε στο αυτί και μου έδωσε το κλειδί του δωματίου του.
εγώ χωρίς να το καταλαβαίνω το πήρα. Ο Γιάννης βγήκε τρέχοντας και με κλείδωσε μέσα στο δωμάτιο. Ώρες αργότερα η Κατερίνα μου άνοιξε την πόρτα και με ενημέρωσε.
«Δε θα έλεγαν τα ονόματα. Απλά θα μετρούσαν κεφάλια. Δεν ήθελε να ρισκάρεις τη ζωή σου. Πήγε εκείνος. Πάρε τα πράγματά σου. Θα μείνεις στο δωμάτιο με τους άλλους μηχανικούς. Θα σε κρύψουν. Σε λίγο θα φανεί η κοιλιά και τότε…» μιλούσε ακατάπαυστα η Κατερίνα και εγώ χωρίς να καταλαβαίνω υπάκουγα τις οδηγίες της.
Με είχε σώσει. Είχε πάρει τη θέση μου για να σώσει το παιδί του. Ένα παιδί που θα μεγάλωνε κρυφά χωρίς πατέρα. Τι είχα κάνει; Γιατί δεν άφησα την Κατερίνα να μου κάνει έκτρωση όταν έπρεπε;
Όμως τώρα έπρεπε να δικαιώσω την απόφασή του. Θα άντεχα να μείνω κρυφά σε ένα δωμάτιο, χωρίς να βγαίνω ποτέ. Θα έτρωγα αυτά που θα μου έφερναν οι μηχανικοί και η Κατερίνα. Μου υποσχέθηκε ότι θα ερχόταν καμιά φορά να με δει. Έτσι κι έγινε. Η αποστολή στη γη έφτασε όπως μας ενημέρωσαν οι ασύρματοι, αλλά η επικοινωνία με την ομάδα που στάλθηκε είχε χαθεί. Κανένα ίχνο ζωής. Όσο για την αποστολή στον πλανήτη 002, χάσαμε τα ίχνη τους αμέσως με το που βγήκαν από το σκάφος. Ο πλανήτης 002 ήταν αφιλόξενος και το ξέραμε. Αλλά για τη Γη είχαμε μια ελπίδα, όπως μας είπε και ο κυβερνήτης. Όλα είχαν χαθεί πια.
Για καιρό έκαναν προσπάθειες να επικοινωνήσουν, αλλά ήταν μάταιο. Οι μηχανικοί μου έλεγαν να ελπίζω και πως ίσως είχε χαλάσει ο ασύρματος από την πρόσκρουση. Ο Γιάννης θα έβρισκε τρόπο να το φτιάξει και σύντομα θα είχαμε νέα τους. μου τα έλεγαν για να πάρω θάρρος, όμως εγώ ήξερα. Ένα κομμάτι μου είχε πεθάνει. Ένιωθα άδεια, παρ΄όλο που μια νέα ζωή θα ερχόταν. οι μήνες πέρασαν και εγώ είχα φτάσει ήδη στους 7 μήνες. Το μωρό κλωτσούσε και εγώ δεν είχα όρεξη να φάω. Ούτε να πιω. Οι μηχανικοί ενημέρωσαν την Κατερίνα και εκείνη ήρθε να με μαλώσει. Μα δεν το έκανα επίτηδες. Είχα χάσει τον άνθρωπό μου. κι όλα αυτά για να σωθώ εγώ. Όση δύναμη κι αν είχα να στηρίξω την απόφασή του, είχαν χαθεί μέσα σε εκείνο το σκοτεινό δωμάτιο. Ο κυβερνήτης έκανε ανακοίνωση και εγώ την είχα ακούσει από τα μεγάφωνα.
«Είναι σχεδόν σίγουρο πως η ομάδα στη Γη δεν τα κατάφερε. Σύμφωνα με υπολογισμούς η τροφή και το νερό θα φτάσουν για 5 χρόνια ακόμα. Ελπίζουμε πως στην επόμενη αποστολή η Γη θα μας φιλοξενήσει» είπε με την αυστηρή του και αισιόδοξη φωνή, αλλά κανείς δεν τον είχε πιστέψει.
Λίγα λεπτά μετά την ανακοίνωση είχα φωνάξει την Κατερίνα στο δωμάτιο. Είχα βρει νερά από κάτω μου και ήμουν σχεδόν σίγουρη ότι γεννούσα. Δεν ήταν η ιδέα μου. είχε έρθει νωρίτερα η εγκυμοσύνη. Η Κατερίνα μου έβαλε ένα μαντήλι στο στόμα για να μην ακούγεται το ουρλιακτό μου και τραβήξουν την προσοχή. Για ώρες προσπαθούσα να ξεγεννήσω το μωρό μου. οι δυνάμεις μου είχαν εξαντληθεί. Το μέτωπό μου είχε μουσκέψει και τα πόδια μου από το σφίξιμο ήταν πια αδύναμα.
«Σπρώξε μια τελευταία φορά δυνατά, Μυρτώ μου» με παρότρυνε η Κατερίνα.
Μια τελευταία και ένιωσα την ανάσα μου να κόβεται. Δεν είχα άλλες αντοχές. Είχα υποσχεθεί μέσα μου να αντέξω να φέρω στη ζωή το παιδί μου που για αυτό θυσιάστηκε ο Γιάννης, αλλά δεν μπορούσα άλλο. Η Κατερίνα σκούπισε το μωρό μου και μου το έδωσε στην αγκαλιά μου.
«Είναι αγόρι» μου είπε και μου το έδωσε στην αγκαλιά μου.
Εγώ δε μπόρεσα να το κρατήσω καλά καλά στην αγκαλιά μου.
«Γιάννη να το ονομάσεις. Να το προσέχεις» της είπα και ένιωσα να βλέφαρά μου να σβήνουν.
Μα λίγο πριν φύγω άκουσα από τα μεγάφωνα τη φωνή του.
«Καλώ από Γη. Με ακούτε; Είμαι ο Γιάννης Καραμπάς. Η Γη είναι βιώσιμη. Με λαμβάνετε; Όβερ!» είπε λαχανιασμένα ο Γιάννης.

Μα τα μάτια μου είχαν ήδη κλείσει. Ένα νέο αύριο θα ξημέρωνε για την ανθρωπότητα και το μωρό μου θα μεγάλωνε φυσιολογικά. Όπως είχα ζήσει και εγώ όταν ήμουν μικρή. Μα εγώ δεν θα ήμουν εκεί.

Δευτέρα, 27 Νοεμβρίου 2017

«…Όβερ»

     
                                         
Ο Κωστής, ο Γιάννης και ο Μανώλης ήταν έτοιμοι για μάχη. Βρίσκονταν ήδη μέσα στην αυλή του ύποπτου κτιρίου και έπρεπε να είναι προσεκτικοί.
 «Ελέγξτε όλη την περιοχή. Ρυθμίστε τα ρολόγια σας σύμφωνα με το δικό μου. Σε δέκα λεπτά να είστε πίσω» ψιθύρισε ο Γιάννης και τους έδειξε το εντυπωσιακό ρολόι του.
«Να έχετε στο νου σας τους ασυρμάτους» υπενθύμισε ο Μανώλης, μα πριν προλάβει να συνεχίσει να μιλάει, είδε ύποπτους ανθρώπους να πλησιάζουν.
 «Τρέξτε. Θα μας πιάσουν» φώναξε ο Κωστής.                                      
Οι πράκτορες διασκορπίστηκαν. Ο Κωστής κατευθύνθηκε στην πίσω πλευρά. Πήρε από το σακίδιό του το κράνος του και το φόρεσε. Δεν έπρεπε να τον δει κανείς. Έπεσε αμέσως στα γόνατα και σύρθηκε ανάμεσα στα παγκάκια. Έπιασε τον ασύρματο.
«Μοχθηρέ τίγρη και … Τι κωδικό όνομα έχει ο Μανώλης. Μοχθηρέ τίγρη και Μανώλη. Η περιοχή είναι καθαρή. Όβερ»
Ο Μανώλης έμεινε στην μπροστινή πλευρά για να κρατάει τσίλιες. Κρύφτηκε όμως πίσω από ένα θάμνο.
«Δυνατό πειρατή με λένε, Γρήγορο Κουνούπι. Ο μπροστινή πλευρά είναι γεμάτη με ύποπτα πλάσματα που γελάνε και κάνουν φασαρία. Δεν είναι ασφαλές εδώ. Είμαι κρυμμένος και δε μπορώ να βγω. Έχει και μύγες. Όβερ.»
Ο Γιάννης, ο πιο τολμηρός, προσπάθησε να προσεγγίσει την πόρτα του κτιρίου. Περπάτησε στις μύτες των ποδιών για να μην τον καταλάβουν. Άκουσε ένα θόρυβο. Κόλλησε  το σώμα του πάνω στον τοίχο για να μην τον καταλάβουν. Από μακριά είδε γίγαντες να πλησιάζουν.
«Με λαμβάνετε; Πρέπει να απομακρυνθούμε αμέσως. Ο στόχος εντοπίστηκε μέσα στο κτίριο. Είναι επικίνδυνα για μας εδώ. Πρέπει να βγούμε αμέσως από την αυλή όσο προλαβαίνουμε. Νομίζω πως κατουρήθηκα πάνω μου. Γρήγορα στο σημείο συνάντησης. Όβερ!» είπε βιαστικά ο Γιάννης.
Οι τρεις πράκτορες έτρεξαν γρήγορα εκεί απ’ όπου είχαν ξεκινήσει την αποστολή. Λίγο πριν συναντηθούν ένας θόρυβος τους τάραξε. Ήταν ένα περίεργο κουδούνι που τους πόνεσε τα αυτιά.
«Κωστή, Γιάννη, Μανώλη; Ακόμα δεν άρχισε το σχολείο και ξεκινήσατε τις σκανδαλιές;» φώναξε η δασκάλα τους, η Μαίρη.
«Εμείς…» σιγομουρμούρισαν οι τρεις φίλοι με κατεβασμένα τα μούτρα.
«Μην αγχώνεστε. Ελάτε να πούμε την προσευχή. Σήμερα που είναι η πρώτη μέρα στο σχολείο σας έχω μια μεγάλη έκπληξη!»
«Ναι!» φώναξαν με μια φωνή και έτρεξαν στη γραμμή με τους υπόλοιπους συμμαθητές τους.

Μια νέα σχολική χρονιά τους περίμενε με νέες περιπέτειες και πολλές πολλές αποστολές. 

Αντίο

"Φεύγω για να φύγεις. Για να μην δω πως είναι να χάνεις. Σ' ευχαριστώ που μου έμαθες πως σπάω. Να προσέχεις..." Ήθελε ακ...